έ

Ποτέ δεν πυροβολούν στα πόδια.Το μυαλό είν΄ ο στόχος.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Στὶς καλαμιές

Στις καλαμιές

ΚΕΙΝΗ ἡ αἴθουσα τῆς τρίτης γυμνασίου ἦταν σα θερμοκή- πιο.Γεμάτη τζαμαρίες.Κάτι κουρτίνες σχισμένες κρέμονταν στα παράθυρα.Ὁ ἥλιος μᾶς χτυποῦσε για τα καλά,γύρω ἀπ’ το κτίριο ὑψώνονταν λεῦκες με ξεφλουδισμένους κορμούς.Τρυ-πημένες ἀπ’ τα σύρματα τῆς περίφραξης.Το προαύλιο ἦταν γεμάτο πέτρες και χαλίκια.Σε μίαν ἄκρη ὑπῆρχαν καμένα ξύλα.Το βράδυ κάποιοι πηδοῦσαν το φράχτη κι ἀνάβανε φωτιές για να ζεσταθοῦνε.Ἔξω ἀπ’ το σχολεῖο ἦταν ἀκόμη χωράφια με καπνά.      
Θυμᾶμαι τη μέρα που ἦρθε ἀναστατωμένος ὁ διπλανός μου και μᾶς ἀνακοίνωσε: «Τ’ ἀπόγευμα θα πᾶμε με τον ξά- δερφο στο μπουρδέλο,κάτω στις καλαμιές.Ὅποιος θέλει,ἀκολουθεῖ.»Ξαφνικά ἀναψοκοκκινίσαμε ὅλοι.Ἀπό καιρό σι- γόβραζε μέσα μας ἡ ἰδέα.Σ’ ἄλλους στα κρυφά,σ’ ἄλλους στα φανερά.Τώρα ὅμως ἐκδηλωθήκαμε.Κάποιοι ἄρχισαν να καταστρώνουν σχέδια.Αὐτοί που ξεκοκαλίζανε τις τσόντες διηγοῦνταν στάσεις με λεπτομέρειες.Οἱ ἐρωτικές μας ἐ- μπειρίες ἦταν ἀκόμη φαντασιώσεις.Σκηνές τοῦ σινεμά.Γυναίκα γυμνή πρωτοείδαμε στον κινηματογράφο Ἄνεσις. Τσοντάδικο τότε στην ὁδό Χαρίλαου Τρικούπη.Ἦταν το αὐνανιστήριο τῆς περιοχῆς.Κάθε Κυριακή σμίγανε ἐκεῖ τα παιδιά ἀπ’ τα συνεργεῖα,οἱ μαθητὲς και οἱ φαντάροι,τῆς ἀεροπορίας.Ἀκριβῶς δίπλα βρίσκονταν ἡ χριστιανική ἕνω- ση.Τα χώριζε μια μεσοτοιχία.Πολλές φορές ἡ τσόντα εἶχε συνοδεία χορωδίας ἀπ’ τὰ κοριτσάκια τοῦ κατηχητικοῦ.Ἔ- τσι λοιπόν ὁ καθένας ἄρχισε να καταθέτει την ἐμπειρία του.Βγάζαμε κραυγές πολέμου.Τα πρόσωπα μας ἄρχισαν να λάμπουν.      
Μονάχα ὁ Κώστας τοῦ τελευταίου θρανίου φαινόταν φοβισμένος.Ἦταν το παπαδοπαίδι τῆς τάξης.Τον εἶχαν πάρει στην ἐνορία για να βοηθάει στις δουλειές.Πολλές φορές,Σάββατο ἀπόγευμα,περνοῦσα ἀπ’ την ἐκκλησία και τοῦ ΄κανα παρέα.Ἔβλεπα τη σκιά του να διαγράφεται στον θόλο τοῦ ἱεροῦ· τα σβησμένα κεριά στα μανουάλια· την ἄχνα ἀπ’ το λιβάνι,να βγαίνει ἀργή,γαλάζια.Γύρω του τα ψωμιά κι ὁ ξεθωριασμένος τοῖχος.Οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων,τα ἑξαπτέρυγα. Ἀπ’ το μικρό παράθυρο ἔβλεπε τα κορίτσια να τρέχουν ἀνάμεσα στ’ ἀγκάθια.Κοιτοῦσε τα γυμνά τους πόδια.Τα μάτια του γίνονταν ὑγρά.Πάνω του ἔπεφτε ἕνα ὀμιχλῶδες φῶς.      
Ἔβαζε τo χέρι του στην τσέπη καi χαμογελοῦσε.Σκεφτόταν κορίτσια να ΄ρχονται στo μέρος του κι αὐτος να σκύβει ἀ- δερφικά,να τους βγάλει τ’ ἀγκάθι ἀπό το πόδι.Πάντα μ’ ἕνα βλέμμα ψυχρό και λυπημένο.Ἔτσι και τώρα.Ἀκουμποῦσε με τη ράχη τῆς καρέκλας στον τοῖχο.Μᾶς κοίταζε με μια ἀπέραντη θλίψη στα μάτια.Με μια κρυφή ταραχή χαραγμένη στο πρόσωπο.
Ἄρχισαν τότε τα πειράγματα.Μέσα στο μάθημα πηγαινοέρχονταν τα χαρτάκια: «Τον Κώ­στα θα τον πάρουμε για μάτι,θα πηγαίνει αὐτός μπροστά με τα ἑξαπτέρυγα κι ἀπό πίσω ἐμεῖς καυλωμένοι» κι ἄλλα τέτοια.Ἔτσι πέρασε ὁλό-κληρο ἐκεῖνο το πρωινό.Κανείς δεν πρόσεξε στο μάθημα.Ὁ Κώστας προσπαθοῦσε να κρύψει την ἀμηχανία του.Το με-σημέρι, λιγωμένος,πετάχτηκε πρῶτος ὅταν χτύπησε το κουδούνι.Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες.Καβάλησε το ποδή-λατο και χάθηκε.Κανείς μας δεν τον ἀναζήτησε.Πολλές φορές τον βλέπαμε να τρώει ἕνα βραστό αὐγό ποῦ ΄χε τυλιγ-μένο σε ἀλουμινόχαρτο.Λέγανε ὅτι δε γνώρισε πατέρα.Ζοῦσε με τη μάνα του.Δεν εἶχε φίλους,παρέες.Περιφέρονταν μόνος στα διαλείμματα ἀνάμεσα στις σκόνες που ἄφηναν τ’ ἄλλα παιδιά που παῖζαν με την μπάλα.      
Τ’ ἀπόγευμα δώσαμε ραντεβού κοντά στον ἐθνικό δρόμο που ὁδηγοῦσε στο στάδιο.Λίγο πιο πέρα ἦταν το ρέμα με τις καλαμιές.Ἐκεῖ και το σπίτι τῆς πουτάνας.Ἀναστατώσαμε τα σπίτια μας για να βροῦμε λεφτά.Πολλοί ἀνοίξαμε και τσά- ντες.Μαζευτήκαμε τελικά πέντε ἄτομα.Κατηφορίσαμε ἀργά ἀπ’ την κεντρική πλατεία.Περάσαμε δίπλα ἀπ’ τις ἀποθῆ- κες τοῦ Παπαστράτου.Ἀπό μακριά,ἀκούσαμε την μπάντα τοῦ Δήμου.      
Οἱ περισσότεροι,φορούσαμε τα κυριακάτικα.Τα καινούργια παπούτσια ἀπ’ το παζάρι,το μαῦρο παντελόνι τῆς παρε- λάσεως και λευκό πουκάμισο.Ἤμασταν φρεσκοξυρισμένοι,γεμάτοι οὐλές ἀπό το κόψιμο.Μοιάζαμε μ’ ἕνα μικρό ἀν- θρώπινο κοπάδι.      
Ἀφοῦ φέραμε τρεῖς γύρους το Ἐθνικό Στάδιο χωρίς ν’ ἀνταλλάξουμε κουβέντα,στρίψαμε για τις καλαμιές.Ὅσο περ-πατούσαμε στο χωματόδρομο περνοῦσαν ντάτσουν ἀγροτικά και μηχανάκια.Οἱ περισσότεροι μᾶς πείραζαν.Ἐμεῖς, δῆθεν ἀδιάφοροι,περπατούσαμε με σκυμμένο το κεφάλι μην τύχει και μᾶς δεῖ κάνας γνωστός και μᾶς καρφώσει στη μάνα μας.      
Από μακριά,εἴδαμε το σπίτι.Ἦταν πνιγμένο στις καλαμιές.Ἕνα ἰσόγειο ἀσοβάτιστο,με λευκά παράθυρα.Ἀπ’ ἔξω κάτι κότες τσιμπολογοῦσαν σπόρους.Πλησιάσαμε φοβισμένοι.Ὁ ἕνας πίσω ἀπ’ τον ἄλλο σα να περιμέναμε στην οὐρά για τυρόπιτα.Μιλούσαμε ψιθυριστά.Κοιτάζαμε το ρολόι μας σα να θέλαμε ν’ ἀναβάλουμε.Χαϊδεύαμε στην τσέπη μας τα λεφτά.
«Χτύπα το κουδούνι ρέ!» φώναζε ὁ ἕνας στον ἄλλο,«χτύπα το!».Κανείς ὅμως δεν τ’ ἀποφάσιζε.Κοιταζόμασταν σαν πεινασμένα σκυλιά.Εἴχαμε φτάσει πάνω ἀπ’ το κόκαλο και το κοιτάζαμε.Κάποια στιγμή τ’ ἀποφάσισα.Ἔβαλα το δά-χτυλο στο κουδούνι.Το πάτησα.Πρόσεξα πως δίπλα ὑπῆρχε ζωγραφισμένη μια ξεθωριασμένη καρδιά,τρυπημένη με μαῦρο βέλος.Περιμέναμε χωρίς να καταπιοῦμε.Εἶχε ξεραθεῖ το στόμα μας.Ἡ πόρτα ἄρχισε ν’ ανοίγει.Ἔτριζε.Ἔβρισκε στο πάτωμα καθώς ἄνοιγε.      
Μπροστά μας στεκότανε ὁ Κώστας.Ἀκίνητος σα να τον σημαδεύανε με περίστροφο.Με τα μάτια χαμηλωμένα γύρισε και μᾶς εἶ­πε: «Περάστε,ἕνας ἕνας ὅμως.Σκουπίστε και τα πόδια σας μη μᾶς λερώσετε το χαλί.»


Αντώνης Αντωνάκος,Ἀγριοβατόμουρα πικρά.Διηγήματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ,τα σχόλια να σχετίζονται με την ανάρτηση και να είναι ευπρεπή.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.